|
Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 78/08
23 Οκτωβρίου 2008
Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-274/05
Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Μόνον το κράτος μέλος εντός του οποίου χορηγήθηκε ένα δίπλωμα μπορεί να ελέγξει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε το δίπλωμα αυτό.
Το κοινοτικό δίκαιο έχει καθιερώσει ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989 L19, σ.16), η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη το 2000).
Κατόπιν καταγγελιών που υπέβαλαν 37 ιδιώτες, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ελλάδας, καθόσον έκρινε ότι η ελληνική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη, σε ορισμένα σημεία, με την κοινοτική οδηγία.
Η Επιτροπή προσάπτει στην Ελλάδα, πρώτον, ότι αρνείται συστηματικά την αναγνώριση των διπλωμάτων τα οποία έχουν απονεμηθεί κατόπιν σπουδών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο «συμφωνιών επικυρώσεως» (γνωστών και ως «συμφωνιών δικαιοχρήσεως»), βάσει των οποίων σπουδές που πραγματοποιούνται σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα επικυρώνονται από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, η οποία, βάσει προγενέστερης συμφωνίας των δύο ιδρυμάτων, χορηγεί το δίπλωμα στους σπουδαστές που παρακολούθησαν αυτό το πρόγραμμα σπουδών.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι το γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα επαγγελματικά προσόντα που αναγνωρίζουν. Το σύστημα αυτό δεν προβλέπει την αναγνώριση διπλώματος λόγω της ουσιαστικής αξίας της εκπαιδεύσεως που πιστοποιεί το δίπλωμα αυτό, αλλά θέτει τεκμήριο περί του ότι τα προσόντα του αιτούντος ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκεί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε ένα κράτος μέλος είναι επαρκή για την άσκηση του ιδίου αυτού επαγγέλματος στα λοιπά κράτη μέλη. Εναπόκειται αποκλειστικά στις αρχές οι οποίες χορηγούν τα διπλώματα να ελέγχουν, βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημά τους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των διπλωμάτων, καθώς και οι προϋποθέσεις που αφορούν τη φύση του ιδρύματος στο οποίο πραγματοποίησε τις σπουδές του ο κάτοχος του διπλώματος. Αντιθέτως, το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να ελέγξει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκαν τα διπλώματα.
Το Δικαστήριο απορρίπτει την άποψη της Ελλάδας – η οποία συνίσταται στην εφαρμογή των διατάξεών της (ως διατάξεων του κράτους μέλους εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι σπουδές) – καθόσον η άποψη αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα άτομα με σπουδές ισότιμου επιπέδου να αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο, δηλαδή αναλόγως του κράτους μέλους εντός του οποίου πραγματοποίησαν τις σπουδές τους. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι οι σπουδές δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο ή σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Το Δικαστήριο αποφαίνεται, συνεπώς, ότι η Ελλάδα, μη αναγνωρίζοντας τα διπλώματα που χορηγήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους κατόπιν σπουδών που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα βάσει συμφωνίας δικαιοχρήσεως, ενήργησε κατά παράβαση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων.
Όσον αφορά τα «αντισταθμιστικά μέτρα», η οδηγία – χωρίς να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν αυτόματα και άνευ όρων τα διπλώματα – επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να επιβάλλει, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρακτική άσκηση προσαρμογής ή δοκιμασία επάρκειας, η επιλογή μεταξύ των οποίων ανήκει, καταρχήν, στον αιτούντα την αναγνώριση του διπλώματος. Η οδηγία προβλέπει παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκ μέρους της Ελλάδας κατάργηση του δικαιώματος επιλογής αντισταθμιστικού μέτρου σε περισσότερες περιπτώσεις από όσες επιτρέπει η οδηγία συνιστά παράβαση της οδηγίας αυτής.
Εξάλλου, βάσει των εθνικών διατάξεων ανατίθεται σε ειδικό οργανισμό (Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης ή ΣΑΕΙΤΤΕ) η αρμοδιότητα να ελέγχει, αφενός, αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι σπουδές ανήκει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και, αφετέρου, αν ο αιτών διαθέτει την απαραίτητη επαγγελματική πείρα, στην περίπτωση που η διάρκεια της εκπαιδεύσεως υπολείπεται κατά ένα τουλάχιστον έτος αυτής που απαιτείται στην Ελλάδα για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει στην οδηγία. Ο οργανισμός αυτός είναι αρμόδιος να προβαίνει στην εξακρίβωση στοιχείων τα οποία αποδεικνύονται, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, από τις βεβαιώσεις και τα συναφή έγγραφα που έχουν εκδώσει οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως.
Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει την ύπαρξη παραβάσεως της οδηγίας όσον αφορά το ότι, στον δημόσιο τομέα, δεν είναι δυνατή η μετάταξη σε ανώτερο ιεραρχικό και/ ή μισθολογικό κλιμάκιο των ατόμων που διορίσθηκαν – ως κάτοχοι διπλώματος που χορηγήθηκε εντός άλλου κράτους μέλους – με βαθμό χαμηλότερο από αυτόν με τον οποίο θα μπορούσαν να έχουν διορισθεί αν τα διπλώματά τους είχαν αναγνωρισθεί σύμφωνα με την οδηγία.
|